Greek English German

Προμήθεια, κατοχή και καλλιέργεια ναρκωτικών προς ιδία χρήση (Σκέψεις στο άρθρο 29 του Ν 4139/2013 για τα ναρκωτικά)

H διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 εδ. α΄ του Ν 4139/2013 («Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις», ΦΕΚ Α΄ 74/20.3.2013), που καθιστά περίπου ατιμώρητη την προμήθεια ή κατοχή ναρκωτικών καθώς και την καλλιέργεια φυτών κάνναβης προς ιδία χρήση προκαλεί ιδιαίτερο προβληματισμό σχετικά με την εναρμόνισή της προς το Σύνταγμα.

Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη «όποιος, για δική του αποκλειστικά χρήση, με οποιονδήποτε τρόπο προμηθεύεται ή
κατέχει ναρκωτικά, σε ποσότητες που δικαιολογούνται μόνο για την ατομική του χρήση ή κάνει χρήση αυτών ή καλλιεργεί φυτά κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούνται μόνο για την ατομική του χρήση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι πέντε (5) μηνών»). Οι βασικές σκέψεις που υποκρύπτονται στην εν λόγω διάταξη είναι: α) ότι η αυτοβλάβη δεν πρέπει να τιμωρείται σε μια έννομη τάξη η οποία εκκινεί από την αρχή της ετεροβλάβης («harm principle») και β) ότι υφίσταται ανάγκη απεξάρτησης των χρηστών κάνναβης από τους εμπόρους καλλιεργητές. Οι εν
λόγω σκέψεις, ωστόσο, καίτοι ορθές, δεν συντρέχουν στην υπό συζήτηση περίπτωση. Ειδικότερα:

1. Είναι ορθό, ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο μπορεί να ασκηθεί νομίμως κρατική βία σε οποιοδήποτε μέλος μιας πολιτισμένης κοινωνίας ενάντια στη θέλησή του, είναι να αποτραπεί η πρόκληση βλάβης σε άλλους1. Μόνον όταν υπάρχει ανάγκη να αποτραπεί βλάβη άλλων, συμμετεχόντων στην κοινή συμβίωση, επιτρέπεται να απειληθεί και να επιβληθεί ποινή. Αν αντίθετα υπάρχει ανάγκη να προστατεύσει τον ίδιο τον υπό κρίση δράστη από αυτοβλάβη, ποινή δεν επιτρέπεται. Ο νομικός πατερναλισμός δεν αναγνωρίζεται ειμή μόνον σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου ο βλαπτόμενος στερείται αυτονομίας, είναι π.χ. ανήλικος ή παράφρων. Έτσι δεν τιμωρείται η απόπειρα αυτοκτονίας, τιμωρείται όμως η συμμετοχή σε αυτοκτονία άλλου2. Η θέση λοιπόν, ότι ποινή μπορεί να απειληθεί μόνον προς αποτροπή βλάβης άλλου είναι θεμελιώδης και για το ποινικό μας δίκαιο, τελεί σε αρμονία με τη φύση του ποινικού δικαίου, με τις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές μας αλλά και με τον ίδιο το σκοπό του δικαίου, που είναι η εξασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης με ρύθμιση των εξωτερικών σχέσεων των ατόμων.

2. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, η ποινή δεν είναι μόνον το έσχατο μέσο προς διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης. Ενίοτε ο νομοθέτης έχει και υποχρέωση να κινηθεί προς την αντίστροφη κατεύθυνση, δηλ. να ποινικοποιήσει ορισμένες μορφές συμπεριφοράς. Η υποχρέωση αυτή υφίσταται όταν η προστασία της ειρηνευμένης έννομης τάξης δεν μπορεί να επιτευχθεί κατά τρόπο αποτελεσματικό ειμή μόνον διά της ποινής, όταν δηλ. η επαρκής προστασία ενός εννόμου αγαθού, καθιστά απολύτως αναγκαία την ποινικοποίηση ορισμένων πράξεων.

Ενώ δηλ. υπερμέτρως βαρειά ποινή σημαίνει εγκατάλειψη του ανθρώπου ως σκοπού του δικαίου και μεταχείριση αυτού ως «πράγματος» προς επιδίωξη άλλων σκοπών, η υπερμέτρως ελαφρά ποινή ή ατιμωρησία εκεί όπου αυτή είναι απολύτως αναγκαία, σημαίνει ολιγωρία προς το πλήθος των άλλων ανθρώπων και εγκατάλειψη αυτών ως σκοπών του δικαίου3.

Πράγματι, από το ίδιο το Σύνταγμα προκύπτει ότι αυτό απαιτεί μια προσήκουσα και αποτελεσματική προστασία ορισμένων θεμελιωδών εννόμων αγαθών (ζωή, υγεία, ιδιοκτησία, περιβάλλον, κ.λπ.) προς διατήρηση της ειρηνευμένης έννομης τάξης και της συνοχής της κοινωνίας. Αν η προστασία των αξιών αυτών δεν μπορεί να επιτευχθεί διαφορετικά, τότε ο νομοθέτης είναι υποχρεωμένος να χρησιμοποιήσει το όπλο της ποινής, όπως επίσης αντίστροφα, δεν δικαιούται να καταργήσει την ποινική απειλή που ήδη απευθύνει κατά ορισμένων πράξεων4. Διαφορετικά, λέγει η αγγλίδα φιλόσοφος Lacey, το κράτος διαπράττει «αδικία διά παραλείψεως» (injustice by omission)5.

Όταν λοιπόν η απαξία μιας πράξης είναι τόσο βαριά, ώστε να πλήττει κατά τρόπο ανυπόφορο συνταγματικώς προστατευόμενα έννομα αγαθά, το ίδιο Σύνταγμα υποχρεώνει τον νομοθέτη να απειλήσει κατ’ αυτής ποινή και να την καταστήσει έγκλημα, όπως και από το Σύνταγμα προκύπτει απαγόρευση αποποινικοποίησης τέτοιων πράξεων. Είναι επομένως συνταγματικά ανεπίτρεπτο, πράξεις που ανήκουν προδήλως στον πυρήνα του ποινικού δικαίου να παραμένουν μη αξιόποινες ή να τιμωρούνται απλώς με πρακτικώς συμβολική μόνον ποινή. Για τους λόγους αυτούς έχει μάλιστα υποστηριχθεί και ότι το δικαίωμα του πολίτη να είναι ασφαλής θεωρείται ατομικό δικαίωμα συνταγματικά κατοχυρωμένο (ατομικό δικαίωμα επί την ασφάλεια) που θεμελιώνει αυτοδυνάμως υποχρέωση του νομοθέτη προς ποινική προστασία6.

Κατά συνέπεια ο νομοθέτης δεν δεσμεύεται μόνον προς τα άνω (απαγόρευση της υπερβολής στην ποινικοποίηση, Übermaßverbot) αλλά και προς τα κάτω. Δεν υπάρχει δηλ. μόνον απαγόρευση της υπερβολής αλλά και απαγόρευση της καθόδου της ποινικής προστασίας κάτω από ένα ελάχιστο ανεκτό σημείο (Untermaßverbot)7.

Όμως και πέραν της γενικής αυτής τοποθέτησης του Συντάγματος, υπάρχουν κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος που καθιερώνουν υποχρέωση του νομοθέτη προς ποινικοποίηση ορισμένων μορφών συμπεριφοράς. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει όχι μόνον από συγκεκριμένες συνταγματικές διατάξεις που επιβάλλουν ποινικοποιήσεις στον κοινό νομοθέτη, αλλά και από άλλες, όπως από το διεθνές δίκαιο, το κοινοτικό δίκαιο και την ΕΣΔΑ (βλ. π.χ. τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ Siliadin κατά Γαλλίας και Χ και Υ κατά Ολλανδίας).

3. Αυτή ακριβώς η περίπτωση συντρέχει εν προκειμένω: Η προμήθεια και κατοχή ναρκωτικών προς ιδία χρήση καθώς και η καλλιέργεια φυτών κάνναβης προς ιδία χρήση δεν συνδέεται μόνον με αυτοβλάβες (που και αυτές καταλήγουν σε ετεροβλάβες, αφού ο ναρκομανής στερεί το κοινωνικό σύνολο και την οικογένειά του των υπηρεσιών του) αλλά και με βλάβες προς άλλους τις οποίες ο νομοθέτης δεν δικαιούται να ανεχθεί καθόσον συνιστούν βαρεία και αφόρητη προσβολή της ελευθερίας των άλλων. Διότι η χρήση ναρκωτικών συνιστά μεν αυτοβλάβη αλλά συγχρόνως οδηγεί σε
ολοκληρωτική άρση της αυτονομίας του ατόμου. Η προστασία επομένως του ατόμου από την αυτοκαταστροφή, στην οποία με μαθηματική βεβαιότητα θα τον οδηγήσουν, είναι επιτρεπτή επέμβαση, αφού γίνεται υπό καθεστώς άρσης της αυτονομίας. Πέραν τούτου, όμως: Με τη χρήση ναρκωτικών δεν βλάπτεται μόνον ο ίδιος ο χρήστης, αλλά και άλλοι: η οικογένειά του, τα τέκνα του, ο κοινωνικός του περίγυρος και η κοινωνία γενικότερα, μπορεί δε και να επηρεάσει δυσμενώς με το παράδειγμά του τους άλλους8.

Εν όψει των ανωτέρω, τόσο στην επιστήμη όσο και στη νομολογία έχει θεωρηθεί ότι, ακόμη κι αν ως επαρκής λόγος τιμώρησης της χρήσης ναρκωτικών δεν μπορεί να λειτουργήσει η αυτοβλάβη, που αποτελεί έκφραση νομικού πατερναλισμού, όπως άλλωστε ούτε ορισμένες υπ’ αυτόν κρυπτόμενες σκοπιμότητες, όπως η καταπολέμηση ενός μη ανεκτού-αντικοινωνικού τρόπου ζωής και συμπεριφοράς (νομικός ψευδοηθικισμός), πάντως οι ετεροβλάβες (remote harms) που η χρήση των ναρκωτικών προξενεί, αποτελούν νόμιμο λόγο τιμώρησης9. Υπό την έννοια αυτή ως προσβαλλόμενο έννομο αγαθό έχει θεωρηθεί (είναι αλήθεια με κάποια δόση υπερβολής) και η δημόσια υγεία10.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η έννομη τάξη δεν δικαιούται να ανεχθεί τον χρήστη κάνναβης να ποιείται χρήση ναρκωτικών ή να καλλιεργεί φυτά προς ιδία χρήση παραμένοντας ουσιαστικά ατιμώρητος (η πεντάμηνη το πολύ ποινή φυλάκισης είναι μετατρέψιμη σε σχετικά ασήμαντο ποσό) μπροστά π.χ. στο δεκάχρονο τέκνο του ή στο μπαλκόνι του σε κοινή θέα ή ενώπιον των νεαρών γειτόνων του κ.λπ. Oύτε βεβαίως δικαιούται να διακινδυνεύσει καταχρήσεις από την εφαρμογή της διάταξης (π.χ. δέκα άτομα σ’ ένα κοινόβιο, σε μια πολυκατοικία ή σ’ ένα αγρόκτημα καλλιεργούν το καθένα από μερικά δενδρύλλια προς ιδίαν χρήση έκαστο, με αποτέλεσμα να συγκεντρώνεται μεγάλος αριθμός δενδρυλλίων). Διότι με τη διάταξη του Ν 4139/2013 ουδόλως εξασφαλίζεται το ανήλικο μέλος της οικογένειας, ο νεαρός γείτονας ή και ο μέσος πολίτης που βλέπουν την (πρακτικά υπό την επίνευση της Πολιτείας) τέλεση αυτών των πράξεων, από την ολίσθησή του στα ναρκωτικά. Το μήνυμα που εκπέμπει η υπό κρίση διάταξη δεν εναρμονίζεται με τις διατάξεις του Συντάγματος που προστατεύουν τη ζωή (άρθρο 5 παρ. 1), την ανθρώπινη αξία (άρθρο 2 παρ. 1) και το δικαίωμα επί την ανάπτυξη της προσωπικότητας (άρθρο 5) και του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. α΄ («τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και μέλους του κοινωνικού συνόλου …τελούν υπό την εγγύηση του κράτους»), αλλά και με την ΕΣΔΑ που αναγνωρίζει σαφώς το δικαίωμα στη ζωή.

4. Ειδικότερα, οι βλάβες σε άλλους («ετεροβλάβες») που προκαλούνται από τη χρήση ναρκωτικών συνοπτικά είναι οι ακόλουθες:

α) Όπως παρατηρείται στη βιβλιογραφία, στις οικογένειες με γονείς τοξικομανείς δεν είναι σπάνιο το σύνδρομο του κακοποιημένου παιδιού. «Τα παιδιά εδώ υφίστανται συχνά ατυχήματα στο σπίτι, λόγω ελλιπούς φροντίδας, όπως επίσης κακοποιούνται από τις μητέρες αλλά και από τους εραστές τους. Γενικά η θνησιμότητα σε παιδιά τοξικομανών είναι μεγάλη, λόγω των κακών συνθηκών διαβίωσης και διατροφής της μητέρας κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης αλλά και των ίδιων κατά τους πρώτους μήνες της εξωμήτριας ζωής τους»11.

β) Οι χρόνιοι χρήστες του κρακ εμφανίζουν βίαιη καταστροφική συμπεριφορά και οξέα ψυχωτικά φαινόμενα παρόμοια με της παρανοειδούς σχιζοφρένειας12, από τα οποία προφανώς προκύπτει κίνδυνος για άλλους.

γ) Από τα λεγόμενα club drugs όπως MDMA (ecstasy), GHB (gamma hydroxybutyrate) Rohypnol (“Roofies”), κεταμίνη και μεθαμφεταμίνες, ιδιαιτέρως επικίνδυνα έχουν θεωρηθεί τα GHB και Rohypnol διότι συνδέονται συχνά με εγκλήματα που διευκολύνονται από τη χρήση τους, όπως βιασμούς και ληστείες, ενώ το ecstasy αμβλύνει τις αναστολές13.

δ) Η κάνναβη, πέραν των δυσμενών επιπτώσεων στο άτομο (φυσική και πνευματική κατάπτωση του ατόμου επί χρονίας τοξικώσεως) μπορεί να οδηγήσει σε (πάλιν επί χρονίας τοξικώσεως) σε οξέα επεισόδια και υποξείες ή παρατεταμένες χρόνιες ψυχώσεις14, δηλ. παρανοειδείς ψυχώσεις που δυσχερώς διακρίνονται από τις σχιζοφρενικές, σχιζοφρένεια, κρίσεις πανικού και επιθετικές εκρήξεις15.

ε) Περαιτέρω, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται: «Δεν πρέπει να υποβαθμίζεται ο κίνδυνος του χασίς ως πύλη εισόδου στην παράνομη κατανάλωση ναρκωτικών. Ο κίνδυνος αυτός δεν έγκειται μόνον στο ότι οι χρήστες αναγκάζονται να εισέλθουν σ’ ένα παράνομο περιβάλλον για να προμηθευτούν τα προϊόντα της κάνναβης, αλλά και στην προθυμία να δοκιμάσουν άλλα παράνομα ναρκωτικά»16.

στ) Πέραν της άμεσης και έμμεσης εγκληματικότητας που σχετίζεται με την απόκτηση των ναρκωτικών (κλοπές, ληστείες κ.λπ.), η χρήση τους προκαλεί, συνεργούντων και άλλων παραγόντων, όπως φύλο, ηλικία, προδιάθεση, κ.λπ., και άλλες συνέπειες, όπως: ευερεθιστότητα, αψιθυμίες, παρανοϊκή δυσπιστία και ροπή σε βιαιοπραγίες, στις οποίες βεβαίως μια ουσία μόνη (δηλ. χωρίς τη σύμπραξη άλλων παραγόντων) σπανίως οδηγεί17.

ζ) Last but not least: Είναι γνωστό, ότι αν μια έγκυος γυναίκα, χρήστης ναρκωτικών ουσιών, προσβληθεί από τον ιό HIV υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να τον μεταδώσει στο κυοφορούμενο. Εν όψει τούτου ερωτάται: Νομιμοποιείται η έννομη τάξη να επιτρέψει στον χρήστη τη δημιουργία της εντύπωσης, ότι η χρήση ναρκωτικών είναι μια περίπου ανεκτή και οπωσδήποτε στερούμενη απαξίας πράξη, εγγίζουσα το πταίσμα;

Από όλα όσα προηγήθηκαν προκύπτει ότι η συμβολικής σημασίας ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε το πολύ μηνών που απειλείται κατά του προμηθευόμενου, ή κατέχοντος ναρκωτικά ή καλλιεργούντος φυτά κάνναβης προς ιδία χρήση είναι άστοχη και θα πρέπει να αναθεωρηθεί διότι υπολείπεται κατά πολύ της αξιούμενης από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ αποτελεσματικής προστασίας της ζωής τρίτων (πέραν των κινδύνων που η χρήση συνεφέλκεται για τη ζωή και υγεία των ιδίων των χρηστών, η οποία επίσης απειλείται ακόμη και από τη χρήση παραγώγων κάνναβης).

 


________________________________________
1. «The only purpose for which power can be rightfully exercised over any member of a cibvilised community against his will is to prevent harm to others». Bl. Mill, On Liberty, 1859, του ίδιου, Utilitarianism, London 1863, Urmson, The Interpretation of the Moral Philosophy of J.S. Mill, The Philosophical Quarterly 3 (1953), σελ. 33 επ. Έτσι και το άρθρο 5 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη: Ο νόμος δεν δικαιούται ν’ απαγορεύσει ειμή μόνον τις βλαπτικές για την κοινωνία πράξεις. «la loi n’a le droit de défendre que les actions nuisibles à la société». Για το όλο θέμα βλ. και Feinberg, Harm to others, The moral limits of criminal law, 1983.
2. Μυλωνόπουλος, Ποινικό Δίκαιο, ΓενΜ Ι, σελ. 11.
3. Δεσποτόπουλος, Φιλοσοφία του Δικαίου, σελ. 313.
4. Roxin I, § 2 αρ. 96.
5. Lacey, State Punishment. Political Principles and Community Values, 1988, σελ. 140.
6. Βλ. Robbers, Sicherheit als Menschenrecht. Αspekte der Geschichte, Begründung und Wirkung einer Grundrechtsfunktion, 1987, Isensee, Das Grundrecht auf Sicherheit, Berlin 1983, ιδίως δε BverfGE 39, 1 επ., απόφ. της 25ης Φεβρ. 1975 = Το Σ. Β (1976), σελ. 212 επ., Kriele, LZ 1975, 222 επ., Müller-Dietz, Zur Problematik verfassungsrechtlicher Pönalisierungsgebote, Dreher - Festschrift (1975), σελ. 97 επ., Alexy, Theorie der Grundrechte 1985, Hermes, Das Grundrecht auf Schutz von Leben und Gesundheit, 1987, Klein, Grundrechtliche Schutzpflicht
des Staates, NJW 1989, 1633. Πρβλ. ωστόσο και αντίθ. απόψεις σε: Joecks, MK Einl. αρ. 19.
7. Hassemer, Strafrechtlicher Rechtsgüterschutz unter der Verfassung, ΤιμΤ Ανδρουλάκη, 2003, σελ. 222, Lagodny, Strafrecht vor den Schranken der Grundrechte, 1996.
8. Lee, Law and Morals. Warnock, Gillick and beyond, 1986, σελ. 24, Honderich Punishment. The supposed Justifications, revised ed. 1984, σελ. 185.
9. Wohlers-Went, Die pseudo-paternalistische Legitimation strafrechtlicher Normen dargestellt am Beispiel des Betäubungsmit telstrafrechts Deutschlands, der Schweiz und der Niederlande, σε: v. Hirsch-Neumann-Seelmann (Hrsg.) Paternalismus im Strafrecht, 2010, σελ. 289 ιδίως δε 216.
10. Έτσι το γερμανικό Ακυρωτικό: BGH St 37, 182, το ελβετικό Ακυρωτικό: BG 3.6.1991 και η επιστήμη: Endriß-Malek, Betäubungsmittelstrafrecht, 2. Aufl. 2000, Rdn. 22, Beulke/Schröder, NStZ 1991, σελ. 393, Rudolphi, JZ 1991, σελ. 573.
11. Κουτσελίνη, Ιατροδικαστική,1994, σελ. 359.
12. Saferstein, Criminalistics, 9η έκδ. 2007, σελ. 261.
13. Saferstein, ό.π., σελ. 263.
14. Porot, Manuel Alphabétique de Psychiatrie, σελ. 98.
15. Nedopil, Forensische Psychiatrie, 2. Aufl. 2000, σελ. 110.
16. Reuband, The epidemiology of drug use in Germany, 1992, in: Büringer/Platt, Drug addiction Treatment Research, German and American Perspectives, 1992, σελ. 3 επ., Nedopil, ό.π., σελ. 109.
17. Nedopil op. cit., σελ. 116.