Greek English German

Καταχρηστική αίτηση έκδοσης και ne bis inidem

Την 21.8.2003 ο V.G., πολίτης της Ρωσικής Ομοσπονδίας και του κράτους του Ισραήλ, συνελήφθη από τις Ελληνικές Αρχές μετά από εντολή του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών που εκδόθηκε βάσει ενός σήματος του Κεντρικού Γραφείου της Ιντερπόλ, το οποίο με τη σειρά του είχε σταλεί, κατόπιν εντάλματος των Ρωσικών Εισαγγελικών Αρχών, προκειμένου αυτός να δικαστεί για απάτη.

Κατά του αυτού προσώπου είχε υποβληθεί αίτηση έκδοσης στην Ισπανία, τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, η οποία όμως απορρίφθηκε από τα κράτη αυτά. Ο εκζητούμενος, ωστόσο, είχε προσφύγει κατά της Ρωσικής Ομοσπονδίας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που δέχθηκε ότι αυτός είχε υποβληθεί το έτος 2000 σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και ότι διώκεται για πολιτικούς λόγους. Ομοίως το Ποινικό Τμήμα του Εθνικού Δικαστηρίου της Ισπανίας με την υπ’ αριθμ. 83/2000 από 4.4.2001 απόφασή του απέρριψε τη ρωσική αίτηση έκδοσης ως απαράδεκτη, μεταξύ των άλλων και για το λόγο ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι ότι η έκδοση ζητήθηκε για λόγους πολιτικούς. Εν όψει των ανωτέρω, τέθηκε το ερώτημα αν ήταν νόμιμη η από 21.8.2003 εντολή προσωρινής σύλληψης του V.G, που στηρίζεται στο από 13.11.2000 ένταλμα των Ρωσικών Αρχών, επί του οποίου είχε επίσης στηριχθεί η αίτηση έκδοσης προς τις Ισπανικές Αρχές, η οποία απορρίφθηκε από το Ισπανικό Δικαστήριο,

Το ανωτέρω πραγματικό θέτει σειρά ζητημάτων συνδεομένων όχι μόνον με τις νεότερες εξελίξεις στο πεδίο του διεθνούς ποινικού δικαίου, αλλά και με βασικές αρχές αυτού, οι οποίες ωστόσο δεν έχουν τύχει πάντοτε της προσήκουσας προσοχής. Ειδικότερα:

1. Το 'ευρωπαϊκό' ne bis inidem (άρθρ. 54 της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Schengen) και το δεδικασμένο από την απόφαση του ισπανικού δικαστηρίου. 

1.1. Είναι αληθές ότι η αρχή ne bis inidem τόσο στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης όσο και στο πλαίσιο των επί μέρους ευρωπαϊκών εννόμων τάξεων δεν έχει ερμηνευθεί ως κανόνας οικουμενικής εμβέλειας, που αφορά γενικώς και αδιακρίτως και σε αλλοδαπές ποινικές αποφάσεις. Όπως μάλιστα και ο Άρειος Πάγος έχει ορθά δεχθεί, (συμμερισθείς κατά τούτο την άποψη που είχε διατυπώσει ο γράφων σε ΠοινΧρον ΜΣΤ/727 και ΠοινΛογ 2001/1157), η καθιερούμενη και από την παρ. 7 του αρθρ. 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα αρχή ne bis inidem αφορά κατ’ αρχήν σε αποφάσεις που εκδόθηκαν από τα δικαστήρια του ίδιου κράτους και επομένως οι περί δεδικασμένου διατάξεις του ΚΠΔ “ισχύουν αποκλειστικά στα πλαίσια του εσωτερικού δικαίου, αφορούν αποφάσεις ημεδαπών ποινικών δικαστηρίων και δεν εμποδίζουν την ποινική δίωξη και καταδίκη στην ημεδαπή, αν η απόφαση είναι αλλοδαπού ποινικού δικαστηρίου' (βλ. ΑΠ 887/2001 ΠοινΛογ 2001/1729 και ΟλΑΠ 7/2002, ΠοινΛογ 2002/464 επ. με παρατ. Δ. Κιούπη).

1.2. Εξίσου αληθές, όμως, είναι και το γεγονός, ότι, σε κάθε περίπτωση που κρίθηκε αναγκαία η αναγνώριση της αρχής ne bis inidem και ως προς αλλοδαπές ποινικές αποφάσεις, αυτή εξασφαλίστηκε με τη θέσπιση ειδικής διάταξης. Αυτό συμβαίνει π.χ. στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τη μεταφορά ποινικών διαδικασιών του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1972, στη Σύμβαση Βρυξελλών της 25.5.1987 μεταξύ κρατών-μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την απαγόρευση της διπλής επιβολής ποινής και, βεβαίως, στη συμφωνία Schengen της 19.6.1990 (ήδη σήμερα και στα άρθρ. 54 επ. της Σύμβασης εφαρμογής της Συμφωνίας αυτής: βλ. τις εργασίες μου, H αρχή ne bis inidem και το άρθρο 14 παρ. 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, ΠοινΛογ 2001, 1157 επ. και Αλλοδαπή ποινική απόφαση και ne bis inidem, ΠοινΧρον ΜΣΤ (1996) 727, καθώς και Schomburg, StV 1999, 247. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι διατάξεις της ανωτέρω Σύμβασης των Βρυξελλών της 25.5.1987 αντιστοιχούν πλήρως σ’ εκείνες των άρθρ. 54 επ. της Σύμβασης εφαρμογής της Σύμβασης εφαρμογής της Συμφωνίας Schengen).

1.3. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρ. 54 της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Schengen που έχει κυρωθεί από τη χώρα μας με το ν. 2514/27.6.1997, “όποιος δικάστηκε τελεσίδικα από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος δεν μπορεί να διωχθεί από ένα άλλο Συμβαλλόμενο μέρος για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, υπό τον όρο, όμως, ότι σε περίπτωση καταδίκης η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με τους νόμους του Συμβαλλόμενου κράτους που επέβαλε την καταδίκη”.

1.4. Η διάταξη επομένως του άρθρ. 54 της Σύμβασης εφαρμογής της Συμφωνίας Schengen αποτελεί ειδική, ρητή και συγκεκριμένη εξαίρεση με την οποία αναγνωρίζεται η εφαρμογή της αρχής ne bis inidem και ως προς αλλοδαπές ποινικές αποφάσεις, εφόσον πρόκειται για αποφάσεις δικαστηρίων των συμβαλλομένων μερών (βλ. Schomburg/Lagodny, Internationale Rechtshilfe in Strafsachen, Kommentar zum IRG sowie Erläuterungen zu den wichtigsten Rechtshilfeübereinkommen, 3. Aufl. 1998, Art. 54 SDÜ αρ. 30, Kühne, Strafprozeßrecht. Eine systematische Darstellung des deutschen und europäischen Strafverfahrensrechts, 6. Aufl. 2003, αρ. 60 επ.).

1.5.1. Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται και από τις προμνημονευθείσες αρεοπαγιτικές αποφάσεις, οι οποίες, μ.α., θεμελιώνονται τόσο στο άρθρο 55 της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Schengen, που παρέχει τη δυνατότητα στον εθνικό νομοθέτη να μη δεσμεύεται από το (εισαχθέν με το άρθρ. 54 αυτής) “ευρωπαϊκό” –και μόνον!– ne bis inidem, όσο και στο άρθρο 3 του (κυρωτικού της εν λόγω σύμβασης) νόμου 2514/1997, με το οποίο η χώρα μας δηλώνει ότι δεν δεσμεύεται από τις ποινικές αποφάσεις των δικαστηρίων των συμβαλλομένων Μερών για ορισμένα εγκλήματα.

1.5.2. Από τις ανωτέρω αρεοπαγιτικές σκέψεις συνάγεται ευθέως, ότι μεταξύ των χωρών που δεσμεύονται από τη Σύμβαση Schengen, στις οποίες περιλαμβάνεται τόσο η Ελλάδα όσο και η Ισπανία, ήδη σύμφωνα με το διεθνές θετικό δίκαιο ισχύει η αρχή ne bis inidem. Γι' αυτό άλλωστε και γίνεται λόγος για ένα “ευρωπαϊκό ne bis inidem”. Το αυτό συμπέρασμα έχει άλλωστε σαφώς επισημανθεί και στην επιστήμη (Bλ. Kühne, όπ. παρ. αρ. 60 επ., Μυλωνόπουλου, ΠοινΛογ 2001, σελ. 1157 επ.).

1.5.3. Από το γεγονός, μάλιστα, ότι τα συμβληθέντα κράτη εξάρτησαν κατά αυθεντική δήλωση της βούλησής τους την εφαρμογή ή περιστολή τού (πάντοτε “ευρωπαϊκού”) ne bis inidem από τη βούληση του κάθε μέρους, διακήρυξαν δηλ. ότι ελεύθερα επιτρέπεται ο περιορισμός του, συνάγεται σαφώς ότι και η ελληνική Πολιτεία αυθεντικά εδήλωσε ότι δεν αναγνωρίζει απεριόριστη ισχύ της αρχής ως προς κάθε αλλοδαπή ποινική απόφαση αλλά εξήρεσε του πεδίου εφαρμογής της αρχής μόνον τις καταδικαστικές εκείνες αποφάσεις που δεν ακολουθούνται από έκτιση της ποινής. Είναι λοιπόν προφανές ότι η Ελληνική Πολιτεία, όπως συνάγεται τόσο από το κείμενο της Σύμβασης όσο και από τις μνημονευθείσες αρεοπαγιτικές αποφάσεις, αναγνωρίζει κατ' αρχήν το ανωτέρω ευρωπαϊκό ne bis inidem ως αρχή πηγάζουσα από το θετικό δίκαιο.

1.5.4. Τα ανωτέρω συμπεράσματα ενισχύονται και επιβεβαιώνονται και από άλλα διεθνή κείμενα. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρ. 10 παρ. 1 της σύμβασης για την καταπολέμηση της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των Κρατών-μελών της Ένωσης (κυρώθηκε με το άρθρ. πρώτο του ν. 2802/2000) “τα κράτη μέλη εφαρμόζουν στις εθνικές ποινικές νομοθεσίες τους τον κανόνα ne bis inidem… υπό τον όρο ότι η τυχόν επιβληθείσα ποινή έχει εκτελεσθεί ή ευρίσκεται στο στάδιο της εκτελέσεως ή δεν δύναται να εκτελεσθεί δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους που επέβαλε την ποινή”. Σύμφωνα δε με την παρ. 2 του ίδιου άρθρ. 10, ένα κράτος μέλος δύναται να δηλώσει ότι δεν δεσμεύεται από την παράγραφο 1 μ.α. αν οι πράξεις που ήταν το αντικείμενο της αλλοδαπής δικαστικής απόφασης συνιστούν αδίκημα στρεφόμενο κατά της ασφαλείας ή άλλων εξίσου ουσιωδών συμφερόντων αυτού του κράτους-μέλους ή αν διαπράχθηκαν από δημόσιο υπάλληλο αυτού του κ.μ. αντιθέτως προς τα υπηρεσιακά του καθήκοντα (περ. β΄) και γ΄) της παρ. 2). Σε τέτοια δήλωση έχει ήδη προβεί η χώρα μας με το άρθρο έβδομο παρ. 1 του κυρωτικού νόμου 2802/2000 (“σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρ. 10 και την παρ. 1 του άρθρ. 15 της Σύμβασης, η Ελλάδα δεν δεσμεύεται από την παρ. 1 του άρθρου 10 της Σύμβασης στις περιπτώσεις των στοιχείων β΄ και γ΄ του ίδιου άρθρου αυτής”). Με την εν λόγω διάταξη ο νομοθέτης δηλώνει αυθεντικά ότι αναγνωρίζει την πανευρωπαϊκή ισχύ της αρχής ne bis inidem αλλά περιορίζει την εφαρμογή της στο πλαίσιο του αυτού κράτους, υπό την έννοια της ρύθμισης της έκτασης της ποινικής δικαιοδοσίας του. Ίδια ρύθμιση προβλέπεται από το άρθρ. 7 της Σύμβασης για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2803/2000 και η ίδια δήλωση περιέχεται στο άρθρο δωδέκατο του ίδιου νόμου (βλ. σχετ. Schomburg, NJW 2000, 1833, Ascensi, AGON τ. 33 (2001) 13).

1.6. Κατά συνέπεια, καίτοι με βάση το υφιστάμενο διεθνές νομοθετικό καθεστώς η διεθνής κοινότητα δεν δέχεται αναγνώριση όλων ανεξαιρέτως των αλλοδαπών ποινικών αποφάσεων, η αρχή ne bis inidem πάντως ισχύει μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών που δεσμεύονται από τη Σύμβαση Schengen.

1.7. Προς την αυτή κατεύθυνση, άλλωστε, προσανατολίζεται και διεθνώς η επιστήμη και η νομοθεσία, με σκοπό την καθιέρωση ενός οικουμενικού ne bis inidem. Ήδη η Διεθνής Ένωση Ποινικού Δικαίου στο πλαίσιο του 16ου διεθνούς Συνεδρίου της (Βουδαπέστη 1999) πρότεινε να “σταθμιστεί η δυνατότητα” εφαρμογής της αρχής σε διεθνές επίπεδο, με ενσωμάτωση του σχετικού δικαιώματος στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, επιβεβαιώνοντας έτσι κατά τον πλέον σαφή τρόπο ότι το γε νυν έχον η διεθνής εφαρμογή της αρχής δεν αναγνωρίζεται από το εν λόγω Σύμφωνο. Συγκεκριμένα στο Συνέδριο έγινε δεκτό:

“Η αρχή ne bis inidem θα έπρεπε να θεωρείται ως ανθρώπινο δικαίωμα εφαρμοζόμενο εξίσου σε διεθνές και υπερκρατικό επίπεδο. Θα έπρεπε να σταθμιστεί η δυνατότητα ενσωμάτωσης της αρχής αυτής στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και στις περιφερειακές Συμβάσεις για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων. Τουλάχιστον μια ποινή που επιβλήθηκε στην αλλοδαπή και η οποία αναφέρεται σε συμπεριφορά ή έγκλημα που αποτελεί αντικείμενο νέας δίωξης, θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη στην δεύτερη απόφαση αν με αυτή επιβάλλεται νέα ποινή” (βλ. ΠορίσματατουΤέταρτουΤμήματοςτουΣυνεδρίουσε: Association Internationale de droit Penal, XVI Congrès International de droit Penal, Budapest 5-11 Septembre 1999, Actes du Congrès, Budapest 2000, σελ. 267 επ.,υπόΒ.3).

1.8. Εν όψει των ανωτέρω, η διάταξη του άρθρ. 54 της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Schengen πρέπει να ερμηνευθεί ως ακολούθως:

1.8.1. Του νόμου μη διακρίνοντος, ως “δίκη” νοείται και η δίκη περί εκδόσεως. Επομένως όποιος υποβλήθηκε σε τελεσίδικη δικαστική κρίση που σχηματίσθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας έκδοσης και μετά από υποβολή αιτήματος για έκδοση, υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρ. 54 Συμβ. Εφ. Συμφ. Schengen.

1.8.2. Η δίκη περί εκδόσεως συνιστά μορφή δίωξης. Ο εκζητούμενος, καίτοι δεν υπόκειται στην ποινική εξουσία του κράτους από το οποίο ζητείται η έκδοση, υποβάλλεται στην ίδια (ενίοτε και χειρότερη) μεταχείριση από τον υπό στενή έννοια κατηγορούμενο. Άλλωστε γι’ αυτό και απολαύει όλων των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και υπό το κράτος της ΕυρΣΔΑ γίνεται αναμφισβήτητα δεκτό ότι η έννομη τάξη δέον να τον μεταχειρίζεται ως κατηγορούμενο. Κατά συνέπεια και το υποβαλλόμενο από τις Αρχές του εκζητούντος κράτους ένταλμα σύλληψης μέσα από την έκδοση, συνιστά μορφή δίωξης υποκείμενης στους περιορισμούς και τις απαγορεύσεις του άρθρ. 54 Συμβ. Εφ. της Συμφωνίας Schengen.

1.8.3. Άλλωστε είναι γνωστό, ότι κατά την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η έννοια τουκατηγορούμενου είναι πολύ ευρύτερη από εκείνη των εθνικών νομοθεσιών, με αποτέλεσμα οι εκ των άρθρ. 5 και 6 της ΕυρΣΔΑ εγγυήσεις και προστασία να προσήκουν σε ευρύτερο κύκλο προσώπων. Έτσι, ως κατηγορούμενος κατά την έννοια της ΕυρΣΔΑ νοείται όχι μόνον το πρόσωπο που έχει μία από τις διαλαμβανόμενες στο άρθρ. 72 ΚΠΔ ιδιότητες, αλλά και κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει ανακοινωθεί από αρμόδια αρχή ότι τελεί υπό κατηγορία ή ότι για άλλο λόγο υφίσταται σε βάρος του η υπόνοια ότι έχει τελέσει αξιόποινη πράξη, καθώς και κάθε πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχουν ληφθεί τέτοια μέτρα δικονομικού καταναγκασμού, από τα οποία συνάγεται εμμέσως ότι διεξάγεται ανάκριση λόγω της υπόνοιας ότι έχει τελέσει αξιόποινη πράξη (βλ. αντί πολλών Frowein-Peukert, EuropäischeMenschenrechts-Konvention, Kommentar, άρθρ. 6 αρ. 29). Η ως άνω ιδιότητα και συνακόλουθα η εξ αυτής προστασία κατά μείζονα λόγο συντρέχει επομένως στο πρόσωπο του εκζητουμένου (πρβλ. Zairi, Le principe de la specialité de l’extradition au regard des Droits de l’Homme, Bibliothéque des Sciences criminelles, τ. 27, LGDJ, Paris 1992).

1.8.4. Ο αναφερόμενος στην ανωτέρω διάταξη περιορισμός, ότι δηλ. η αρχή ισχύει μόνον υπό “υπό τον όρο… ότι σε περίπτωση καταδίκης η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται κλπ.” δεν σημαίνει ότι η αρχή ne bis inidem προϋποθέτει καταδίκη. Αντιθέτως μάλιστα, η διάταξη εξαιρεί από όλες τις περιπτώσεις καταδίκης μόνον εκείνες που δεν ακολουθούνται από έκτιση ή αδυναμία έκτισης της ποινής. Η αρχή επομένως είναι εφαρμοστέα και σε κάθε άλλη περίπτωση διώξεως ήτοι όχι μόνον επί καταδίκης κατ’ ακολουθία της οποίας η ποινή εκτίθηκε, εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθείαλλά και επί αθωωτικής αποφάσεως, επί αποφάσεως που παύει οριστικά την ποινική δίωξη και επί αποφάσεως που την κηρύσσει απαράδεκτη κλπ.

1.8.5. Η υπό κρίση περίπτωση πληροί όλες τις παραπάνω προϋποθέσεις αφού:

– Έπεται μιας μη υποκείμενης σε ένδικα μέσα απόφασης των δικαστηρίων μιας χώρας (Ισπανία) που αποφάνθηκε για τη μη έκδοση και η οποία επομένως συνιστά τελεσίδικη απόφαση.

– Η ανωτέρω απόφαση δεν είναι καταδικαστική και επομένως δεν υπόκειται στον περιορισμό της έκτισης ποινής.

– Η διαδικασία έκδοσης, η οποία μάλιστα κινήθηκε κατόπιν ερυθράς αγγελίας, συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση μορφή δίωξης αφού μάλιστα συνοδεύθηκε από επαχθέστατα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού όπως σύλληψη, κράτηση, κλπ.

1.9. Από τα ανωτέρω συνάγεται σαφώς ότι η απόφαση 83/2000 της 4.4.2001 του ισπανικού δικαστηρίου όχι μόνον δεσμεύει τα ελληνικά δικαστήρια, που θα επελαμβάνοντο της σχετικής αίτησης έκδοσης, αλλά καθιστά αντίθετο προς τη Σύμβαση Schengen και επομένως άκυρο το από 13.11.2000 ένταλμα σύλληψης των Ρωσικών Αρχών, με το οποίο σκοπείται μία προφανώς απαράδεκτη, ως καλυπτόμενη από το δεδικασμένο, διαδικασία έκδοσης. 

2. Το δεδικασμένο από την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου 

2.1. Όπως προκύπτει από την από 22.5.2003 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, τον Ιούνιο του έτους 2000 ο V.G. υποβλήθηκε στην (αιτούσα την έκδοση) χώρα του σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση ενώ συγχρόνως αποκαλύφθηκε ότι τα κίνητρα για τα οποία είχε τότε συλληφθεί ήσαν σαφώς πολιτικά. Συγκεκριμένα το ΕυρΔΔΑ δέχθηκε μεταξύ των άλλων τα ακόλουθα:

«– Δεν επετράπη στον προσφεύγοντα να τηλεφωνήσει ή να παρίστανται οι συνήγοροί του.

– Αν και σύμφωνα με εντολή που εκδόθηκε εκείνη την ημέρα, ο προσφεύγων επρόκειτο να σταλεί στη δικαστική φυλακή της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφαλείας, αντ’ αυτού οδηγήθηκε στη φυλακή Butyrka, την οποία ο προσφεύγων περιγράφει να είναι διαβόητη για τις εξαιρετικά κακές συνθήκες, που περιλαμβάνουν ακραίο συνωστισμό, μεγάλη διάδοση μεταδοτικών ασθενειών και ως πολύ χειρότερη από άποψη συνθηκών σε σύγκριση με τη φυλακή στην οποία θα έπρεπε να οδηγηθεί.

– Κατά τη διάρκεια της φυλάκισης μεταξύ της 13 και 16 Ιουνίου 2000, ο υπηρεσιακός Υπουργός Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης κ. L. πρότεινε την απόσυρση των ποινικών κατηγοριών κατά του προσφεύγοντος που είχαν εγερθεί για την υπόθεση RussianVideo, αν ο προσφεύγων πωλούσε τη MediaPost στην Gazprom σε τιμή που θα καθοριζόταν από την Gazprom. Ενώ ο προσφεύγων βρισκόταν στη φυλακή, η Gazprom του ζήτησε να υπογράψει συμφωνία, σε αντάλλαγμα για την οποία, όπως ειπώθηκε στον προσφεύγοντα, θα αποσύρονταν όλες οι σε βάρος του κατηγορίες.

– Μετά την υπογραφή της “συμφωνίας του Ιουλίου” η ποινική δίωξη κατά του προσφεύγοντος σχετικά με το RussianVideo έπαυσε με τη διαταγή παύσης ποινικής δίωξης και ανάκλησης περιορισμών που εκδόθηκε από τον κ. N. στις 26.7.2000. Ταυτόχρονα, ο περιοριστικός όρος απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα άρθηκε. Την ημέρα εκείνη ο προσφεύγων εγκατέλειψε τη Ρωσία και στις 21.8.2000 πήγε στο σπίτι του στο Sotogrande της Ισπανίας. Ύστερα από την αναχώρηση του προσφεύγοντος από τη χώρα η ΜediaPost αρνήθηκε να εκπληρώσει τη συμφωνία του Ιουλίου, δεδομένου ότι είχε συναφθεί υπό συνθήκες εξαναγκασμού (duress)…»

2.2. Η παραπάνω απόφαση του ΕυρΔΔΑ δεσμεύει τη χώρα μας (βλ. σχετικά VandenWyngaert, ApplyingtheEuropeanConventionofHumanRightstoExtradition: OpeningPandora’sbox? σελ. 760 επ., Frowein/Peukert, όπ. παρ., σελ. 52). Συνακόλουθα, κατά το ίδιο μέτρο είναι δεσμευτική για την έννομη τάξη μας και η εμπεριεχόμενη στην ανωτέρω απόφαση προγνωστική κρίση του ως άνω δικαστηρίου ότι ο ανωτέρω εκζητούμενος, αν τυχόν εκδοθεί, αφενός μεν κινδυνεύει να υποβληθεί σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, αφετέρου δε να διωχθεί για πολιτικούς λόγους. Η εν λόγω καίρια πρόγνωση του Δικαστηρίου δεσμεύει τα ελληνικά δικαστήρια όπως κάθε άλλη απόφαση του ΕυρΔΔΑ και μάλιστα ανεξαρτήτως του αν ήθελε γίνει δεκτό ότι δεσμεύει ή όχι η απόφαση του ισπανικού δικαστηρίου.

2.3. Όπως μάλιστα έχει νομολογηθεί από το ΕυρΔΔΑ η εν λόγω προγνωστική κρίση όχι μόνον είναι επιτρεπτή αλλά και επιβεβλημένη κατά παρέκκλιση από τον κανόνα της εκ των υστέρων διαπίστωσης μιας παραβίασης του άρθρ. 3 ΕΣΔΑ λόγω αφενός του κινδύνου να επισυμβεί ανεπανόρθωτη βλάβη του εκζητουμένου και αφετέρου της υποχρέωσης διασφάλισης της αρχής της αποτελεσματικότητας (effetutile: Gusy, ZurBedeutungvonArt. 3 EMRK im Ausländerrecht, 68, Treiber, DieAsylrelevanzvonFolter, TodesstrafeundsonstigerunmenschlicherBehandlung, Konstanz 1898, 233, Addo/Grief, DoesArticle 3 oftheEuropeanConventionofHumanRightsEnschrineAbsoluteRights? EJIL (1998), 250). Βλ. ακόμη τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ: Hilal v. UK, Appl. 45276/1999, EuropeanCourtofHumanRights, 6.3.2001, Soering, v. U.K. 7.7.1989, Series A No 161, EuGRZ 1989, 314).

2.4. Περαιτέρω, η εξέταση πιθανού αιτήματος εκδόσεως εν όψει της ανωτέρω αποφάσεως του ΕυρΔΔΑ αντιβαίνει στην ελληνική δημόσια τάξηαφού η ανωτέρω απόφαση μεταξύ άλλων αυθεντικά πιστοποιεί ότι η ποινική δίωξη και φυλάκιση του V.G., ρητά εξαρτήθηκε από οικονομική συναλλαγή μεταξύ αυτού και του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης της Ρωσικής Ομοσπονδίας, δηλ. από την υπογραφή της “συμφωνίας του Ιουλίου” με την εταιρία Gazprom. H εξάρτηση όμως ποινικής δίωξης από την ως άνω συμφωνία σημαίνει ότι ο V.G. δεν διώκεται για έγκλημα, όπως απαιτεί η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως. Η περίσταση αυτή, επομένως, όχι μόνο δεν επιτρέπει την εφαρμογή του κανόνα της διπλής εγκληματικότητας (του διττού αξιόποινου), οπότε το από 13.11.2000 ένταλμα σύλληψης είναι αβάσιμο, αλλά αντιβαίνει και στην ελληνική δημόσια τάξη, καθώς και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, οπότε είναι και απαράδεκτο.

2.5. Άλλωστε η απαγόρευση υποβολής του εκζητουμένου σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση αποτελεί αναγκαστικό δίκαιο και μάλιστα κατά το Ελβετικό Ακυρωτικό (BGE 22.3.1983, EuGRZ 1983, 253 επ.) εμπίπτει στο «σκληρό πυρήνα» του ευρωπαϊκού juscogens.

3. Το ένταλμα των Ρωσικών Αρχών ως κατάχρηση δικαιώματος 

3.1. Η απαγόρευση κατάχρησης δικαιώματος είναι από τις πλέον βασικές έννοιες στο διεθνές δίκαιο. Αναγνωρίζεται από σημαντικές διεθνείς συμβάσεις (π.χ. άρθρ. 27 ΕυρΣΔΑ) και θεωρείται από πλειάδα συγγραφέων ως γενικά αναγνωρισμένη αρχή του διεθνούς δικαίου (Lauterpacht, ThefunctionoflawintheInternationalCommunity, Oxford 1933, σ. 298, Dahm, Völkerrecht, 2. Aufl. 1898 (υπό Delbrück και Wolfrum) σελ. 64,Verdross-Simma, UniversellesVölkerrecht, 3η έκδ. 1984, σελ. 281), ενώ από άλλους υποστηρίζεται ότι, κι αν ακόμη δεν είναι γενικά αναγνωρισμένη αρχή, πάντως έχει την τάση να καταστεί, πράγμα που και delegeferenda εξαίρεται ως ευκταίο (βλ. Μυλωνόπουλου, Διεθνές Ποινικό Δίκαιο, β΄έκδ. Αθήνα 1993, 106 επ.). Κριτήριο της ύπαρξης κατάχρησης θεωρείται η στάθμιση των αντίρροπων συμφερόντων βάσει της παραδεδεγμένης στο διεθνές δίκαιο αξιολογικής κλίμακας. Σύμφωνα με το εν λόγω κριτήριο ένα κράτος καταχράται ενός δικαιώματός του όταν το ασκεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε με την πράξη του θυσιάζει ένα σημαντικότερο έννομο αγαθό προκειμένου να διαφυλάξει ένα υποδεέστερο (Politis, Leproblémedeslimitationsdelasouverainetéetlathèoriedel’abusdesdroitsdanslesrapportsinternationaux, σε: ReceuildeCours 1925, τ. I 1 επ., 77 επ., Κiss, L’abusdedroitendroitinternational, σελ. 10 επ., Μυλωνόπουλου, όπ. παρ. 107.).

Αυστηρότερο κριτήριο έχει διατυπώσει ο Schüle (σε: Strupp-Schlochauer, WörterbuchdesVölkerrechts, τ. III, Berlin 1962, σελ. 69), κατά τον οποίο ως κατάχρηση δικαιώματος θεωρείται η απαράδεκτη και κακόπιστη ενάσκηση δικαιώματος με σκοπό βλάβης άλλου. Υπό την εκδοχή αυτή η υποβολή αιτήματος έκδοσης με ευλόγως πιθανολογούμενο σκοπό, όπως προκύπτει από την από 22.5.2003 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, να ασκηθεί πίεση για υπογραφή σύμβασης, είναι προδήλως καταχρηστική.

3.2. Στην υπό κρίση περίπτωση, το από 13.11.2000 ένταλμα σύλληψης των Ρωσικών Αρχών για έκδοση του V.G. χρησιμοποιείται για τέταρτη κατά σειρά φορά, μετά από τις τρεις προηγούμενες αιτήσεις στο Ισραήλ, τις Η.Π.Α. και την Ισπανία, οι οποίες στηρίζονταν στο ίδιο ένταλμα σύλληψης και είχαν απορριφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό το εμφανισθέν για τέταρτη φορά από 13.11.2000 ένταλμα σύλληψης των Ρωσικών Αρχών, ήταν καταφανώς καταχρηστικό, ήτοι παραβιάζει την απαγόρευση κατάχρησης δικαιώματος για τους εξής λόγους:

3.2.1. Διότι το ένταλμα σύλληψης, που για τέταρτη φορά υποβλήθηκε εκ μέρους της Ρωσικής Ομοσπονδίας, για να στηρίξει αίτημα έκδοσης, υποβλήθηκε σε χώρα που ανήκει στον αυτό νομικό πολιτισμό και διέπεται από τις ίδιες ανθρωπιστικές και δικαιοκρατικές αρχές με τις τρεις εκείνες χώρες, οι οποίες ήδη απέρριψαν την αίτηση έκδοσης, που στηρίζοντο στο ίδιο ένταλμα σύλληψης.

3.2.2. Διότι όλες οι περιστάσεις (περιεχόμενο του αιτήματος, κίνδυνος πολιτικής δίωξης και υποβολής σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση) δεν είχαν μεταβληθεί, αλλ’ αντιθέτως εξακολουθούν να υφίστανται υπό την αυτή ακριβώς μορφή όπως και καθ’ ο χρόνο κρίθηκε το αίτημα έκδοσης από τις τρεις άλλες χώρες.

3.2.3. Διότι εν όψει των ανωτέρω η υποβολή του εκζητουμένου σε σύλληψη και η ενδεχόμενη διαδικασία έκδοσης θα συνιστούσε γι’ αυτόν μια υπερμέτρως βαρεία και δυσαναλόγως σκληρή μεταχείριση σε σχέση με την πιθανολογούμενη βασιμότητα του αιτήματος, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται η κατοχυρωμένη τόσο από την ΕΣΔΑ όσο και από το Σύνταγμα αρχή, ότι η ανθρώπινη αξία είναι απαραβίαστη. Παραβιάζεται έτσι η επιβεβλημένη από το άρθρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της απαγόρευσης της υπερβολής κατά την επιβολή μέτρων δικονομικού καταναγκασμού (Übermassverbot).

3.2.4. Διότι η υποβολή επανειλημμένων, διαδοχικών και συνεχών ανεπιτυχών αιτήσεων έκδοσης, με βάση το ίδιο ένταλμα σύλληψης (πάντοτε προκειμένου για έννομες τάξεις του αυτού νομικού πολιτισμού) ουδόλως προάγει την αρχή της αλληλεγγύης των κρατών στην καταπολέμηση του εγκλήματος, χάριν της οποίας υπάρχει ο θεσμός της έκδοσης, αλλά απλώς έχει ως μόνο αποτέλεσμα την μεταχείριση του εκζητουμένου ως πράγμα, ήτοι την προσβολή της αξιοπρέπειάς του και της ελευθερίας του. Αν το περί ου ο λόγος ένταλμα σύλληψης ήταν παραδεκτό, τότε θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι θα ήταν εξ ίσου νόμιμο, επιτρεπτό, παραδεκτό και σύμφωνο με το διεθνές δίκαιο και τους σκοπούς της έκδοσης και ένα αίτημα έκδοσης που θα βασίζετο στο ίδιο ένταλμα, το οποίο θα έχει απορριφθεί υπό τις αυτές ακριβώς περιστάσεις, από δεκάδες κρατών. Στην περίπτωση όμως αυτή δεν μπορεί να ειπωθεί ότι συντρέχει ο σκοπός του θεσμού της έκδοσης, δηλ. η αλληλεγγύη των κρατών στην καταπολέμηση του εγκλήματος, αφού από τη στάση των περισσότερων κρατών δηλώνεται ότι τέτοια ανάγκη δεν υπάρχει. Ενώ, λοιπόν, ο σκοπός του θεσμού της έκδοσης, όπως προλέχθηκε, δεν συντρέχει, η τήρηση του γράμματος του νόμου στην προκείμενη περίπτωση έχει ως μόνο αποτέλεσμα την υποβολή του εκζητούμενου σε δυσαναλόγως βαρεία και άρα καταχρηστική μεταχείριση, την οποία η έννομη τάξη μας (όπως και η διεθνής έννομη τάξη) δεν ανέχεται. 

4. Συμπέρασμα 

Για όλους τους παραπάνω λόγους το από 13.11.2000 ένταλμα σύλληψης των Ρωσικών Αρχών (όπως άλλωστε και μία αίτηση έκδοσης, που θα εστηρίζετο στο ίδιο ένταλμα σύλληψης), παραβιάζει την αρχή ne bis inidem (άρθρ. 54 της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Schengen), αντιβαίνει στην από 22.5.2003 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και συνιστά απαγορευμένη κατάχρηση δικαιώματος.